Βράβευση διηγήματος

To 1o βραβείο στην κατηγορία Διηγήματα στο διαγωνισμό "Ποντιακός Ελληνισμός: Μνήμες και όνειρα, παρελθόν, παρόν και μέλλον" πήρε το σχολείο μας με το διήγημα της μαθήτριας της Γ΄τάξης Κεχαγιά Σοφίας

Καλή ανάγνωση!

 

Το ημερολόγιο της ποντιακής μου οικογένειας

«Αδακά, ακαικά, σο καφούλ αυκά και κα»

-Τι πάει να πει αυτό γιαγιά; ρώτησε ο αδερφός μου την γιαγιά μέσα στο αυτοκίνητο.

Ήταν παραμονή Δεκαπενταύγουστο και πηγαίναμε προς το εκκλησάκι της Παναγίας στους Κάτω Απόστολους. Στην διαδρομή η γιαγιά μάθαινε ποντιακές λέξεις και ποιηματάκια στον αδερφό μου.

Φτάσαμε στο εκκλησάκι της Παναγίας λίγο πριν νυχτώσει. Περάσαμε τον περίβολο και μπήκαμε σε μια μικρή αυλή. Το νεκροταφείο ήταν γεμάτο από κόσμο. Κάθε χρόνο και για μία μόνο φορά το μέρος αυτό γεμίζει από ζωή. Όλο το χωριό μαζεύεται στο γραφικό αυτόν μικρό ναό για να γιορτάσει. Συγγενείς που έχουν ξενιτευτεί επιστρέφουν εδώ έστω για μία φορά τον χρόνο και ανάβουν τα κεριά τους στους τάφους των νεκρών τους προγόνων. Είναι το ετήσιο αντάμωμα των οικογενειών- όλων ποντιακής καταγωγής- στο μικρό χωριό των Κάτω Αποστόλων.

   Η γιαγιά μου μου πιάνει το χέρι για να στηριχτεί καθώς προχωράμε στο μονοπάτι μέσα στον μικρό ελαιώνα που οδηγεί στην ξύλινη πόρτα του ναού. Είναι λίγο κατηφορικό και η γιαγιά μου είναι 90 χρονών. Ο μικρός μου αδερφός της πιάνει το άλλο χέρι και έτσι περήφανη προχωράει προς την πύλη της εκκλησίας. Καθώς προχωράμε κοιτάω τριγύρω και νιώθω παράξενα. Πάντα ένιωθα παράξενα εδώ. Η εκκλησία αυτή βρίσκεται στη μέση ενός νεκροταφείου κι αυτό πάντα με άγχωνε. Ακόμα και τώρα που είμαι 13 χρονών νιώθω το ίδιο άγχος. Το άγχος της ζωής και του θανάτου. Ο εννιάχρονος αδερφός μου αντίθετα είναι μόνο χαρούμενος. Χαρούμενος γιατί θα φάει τα περίφημα ποντιακά ωτία.

           Μπροστά στην είσοδο του ναού έχουν στηθεί μερικά τραπέζια με κεράσματα. Στο κέντρο δεσπόζει η πιατέλα με τα ωτία. Ποντιακές πίτες, ψωμάκια και αριάνι, προσφέρονται από τις γυναίκες του χωριού. Ο Απόστολος, ο αδερφός μου, αφήνει το χέρι της γιαγιάς και τρέχει προς τα κει. Εμείς μπαίνουμε μέσα για να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία. Η μυρωδιά των κεριών και οι φωνές των ψαλτών ανακατεύονται με τα ψιθυρίσματα του κόσμου. Την προσοχή μου τραβάει το ξύλινο τέμπλο που έχει έρθει από τον Πόντο μαζί με τους πρόσφυγες το 1922. Εδώ μέσα νιώθεις τον άνθρωπο κοντά στο θεό.

         Με το τέλος της λειτουργίας βγαίνουμε έξω και η γιαγιά μου χαιρετάει όλους του φίλους της από τα παλιά. Έχει ήδη νυχτώσει και τα αναμμένα κεριά στους τάφους και ο κόσμος που πηγαινοέρχεται ανάμεσά τους γεμίζουν την νύχτα με μία παράξενη ομορφιά. Μία μαυροφορεμένη γυναίκα έρχεται με φόρα και αγκαλιάζει τη γιαγιά μου.
«Σοφία, φωνάζει, ντε φτας. Πόσο καιρό έχω να σε δω… Κι εσύ ποία είσαι;», με ρωτάει ξαφνικά. «Εγώ είμαι η κόρη του Αλέκου του Κεχαγιά», της απαντάω. «Πσόπομ, του Αλέκου είσαι; Του μοιάζεις κορίτσι μου. Ξέρεις ποια είμαι εγώ; ».Όχι δεν ήξερα. «Εγώ είμαι θεία σου. » Μου εξηγεί τη μακρινή μας συγγένεια και μου έρχεται να γελάσω.   Με αγκαλιάζει και με φιλάει λες και με ξέρει χρόνια και η χαρά της που με γνωρίζει μου κάνει εντύπωση. Έπειτα γυρίζει στη γιαγιά μου και λένε διάφορα στα ποντιακά και στο τέλος η μαυροφορεμένη γυναίκα της δίνει ένα τετράδιο με δερμάτινο εξώφυλλο. Μιλάνε, θυμούνται, δακρύζουν και έπειτα αγκαλιάζονται. Η γιαγιά μου χάιδεψε με το χέρι της το μυστηριώδες τετράδιο και έπειτα μας ανακοίνωσε ότι φεύγουμε.

«Γιαγιά θα μείνουμε για το πανηγύρι;», ρωτάει ο αδερφός μου. Η γιαγιά λέει ότι είναι πολύ μεγάλη για χορούς και έτσι φεύγουμε ευχαριστημένοι και γεμάτοι εικόνες από εκεί. Στην επιστροφή ρώτησα τη γιαγιά τι ήταν αυτό που της έδωσε η «θεία» μου. Μου λέει πως το τετράδιο είναι ένα ημερολόγιο και δεν μου εξηγεί τίποτα παραπάνω. Για κάποιο λόγο αυτό το παλιό τετράδιο κόλλησε στο μυαλό μου. Της ζήτησα να το δω λίγο αλλά δεν μου το έδωσε.

            Το βράδυ ο μπαμπάς μας πήγε στο πανηγύρι. Ήταν ένα μεγάλο ποντιακό πανηγύρι με χορούς και τραγούδια του Πόντου. Τραγουδιστές με ωραίες φωνές ξεσήκωναν τον κόσμο και τα κορίτσια και τα αγόρια του συλλόγου, ντυμένα με τις παραδοσιακές στολές χόρευαν   με χέρια που έτρεμαν – αυτό πάντα μου άρεσε πολύ- κάτω από τα δέντρα. Ο Απόστολος ο αδερφός μου προσπαθούσε να μάθει τα βήματα του Πυρίχιου χωρίς μεγάλη επιτυχία όμως. Οι γονείς μου τον έβλεπαν και παρά τα λάθη του τον καμάρωναν. Ήταν ένα όμορφο βράδυ.

            Την επόμενη μέρα σηκώθηκα αργά και με κεφάλι γεμάτο εικόνες. Ο αδερφός μου έβλεπε ένα παιδικό και εγώ έτσι χωρίς να το έχω σχεδιάσει έψαξα για το παλιό τετράδιο που έδωσε στην γιαγιά εκείνη η κυρία στο εκκλησάκι. Το βρήκα πάνω στον μεγάλο μπουφέ του σαλονιού και το πήρα στα χέρια. Το εξώφυλλο του ήταν από σκούρο καφέ δέρμα και τα φύλλα του κιτρινισμένα. Μύριζε κάτι ανάμεσα σε μούχλα και παλιό χαρτί. Κάθισα στον καναπέ και το μύρισα. Ο αδερφός μου που βαρέθηκε το παιδικό μπήκε μέσα και κάθισε δίπλα μου.

-         Τι είναι αυτό; με ρώτησε με απορία.

-         Είναι ένα παλιό ημερολόγιο, του απάντησα κάπως μηχανικά

-         Μυρίζει ωραία, μου είπε και κόλλησε την μύτη του πάνω στο χαρτί.

Τον έσπρωξα μακριά

-         Θα το γεμίσεις μύξες, τον πείραξα.

-         Εγώ λέω να το διαβάσουμε, μου είπε γεμάτος περιέργεια.

Εγώ δίστασα.

-         Δεν είναι σωστό.

-         Γιατί; Κανείς δεν θα το μάθει. Θα είναι το μεγάλο μας μυστικό.

Κανονικά δεν έπρεπε να τον ακούσω. Αυτός ήταν ο μικρός αδερφός και εγώ η μεγάλη. Αυτός μπορούσε να είναι επιπόλαιος εγώ όχι. Όμως η περιέργειά μου ήταν μεγαλύτερη από την ωριμότητά μου και ξεκίνησα –με τύψεις- την ανάγνωση.

22 Απριλίου 1921

Σήμερα έχω τα γενέθλια μου. θα γίνω 12. Η μάνα λέει πως έγινα κοπέλα. Για να με ευχαριστήσει έψησε πουρμά και φώναξε και τις γειτόνισσες για να με τιμήσει. Η μάνα μ’ αγαπάει πιο πολύ από την αδερφή μου. Εκείνη δεν την ακούει ποτέ και ξοδεύει τις λίρες του πατέρα για στολίδια και όμορφα φορέματα. «Αν ποτέ φτωχύνουμε, να δω τι θα κάνεις κοκόνα μου», την πειράζει ο μπαμπάς μας όταν το παρακάνει. « Πάπα μου, είσαι ο πιο τρανός έμπορος στην Σαμψούντα. Δεν θα φτωχύνουμε ποτέ», απαντάει εκείνη. Κι η μαμά της λέει πως πήρανε τα μυαλά της αέρα, πως είναι της παντρειάς και να μάθει να μαγειρεύει αντί να στολίζεται σαν την πριμαντόνα.

25 Απριλίου 1921

Ο μπαμπάς ήρθε σήμερα στο σπίτι νωρίτερα και διπλομαντάλωσε την πόρτα. Νιώθω πως κάτι κακό συμβαίνει. Μπορεί και να είναι της φαντασίας μου. Αχ, αυτή η φαντασία μου, τι παιχνίδια μου παίζει. Αλλά γιατί μου πονάει η κοιλιά; Γιατί ο πατέρας μου δεν χαμογελάει; Γιατί δεν τρώει τα, - παναγιά μου τι νόστιμα! - πισία της Ελένης της παραδουλεύτρας μας;

28 Απριλίου 1921

Ο μπαμπάς έβαλε τις λίρες μέσα σε ένα δερμάτινο σακκούλι και το έκρυψε κάτω από μία σανίδα στο πάτωμα. Τον άκουσα να λέει στην μαμά πώς αν συμβεί κάτι σε κείνον να ζητήσουμε βοήθεια από τον Κερίμ Κούλογλου. Αυτός είναι ένας Τούρκος βοηθός του μπαμπά στις αποθήκες. Τον εμπιστεύεται τόσο που τον καλεί στο σπίτι για φαγητό κάθε Σάββατο. Είναι καλοί φίλοι. Η μαμά γκρινιάζει και όλο του λέει πως δεν πρέπει να εμπιστεύεται κανέναν Τούρκο. Εγώ πάλι τον συμπαθώ αυτόν το Κερίμ. Μου χαμογελάει πάντα όταν με βλέπει και μου δίνει καραμέλες.

4 Μαίου 1921

Ο πάπας μου συνεχίζει να έρχεται κακόκεφος στο σπίτι. Χθες στο τραπέζι χαστούκισε την αδερφή μου γιατί είπε πως ο Τοπάλ Οσμάν είναι ένας πολύ κακός άνθρωπος που μισεί τους Έλληνες. Κι εκείνη έκλαιγε για ώρες. Τίποτα δεν μπορούσε να την παρηγορήσει. Ούτε η όμορφη κορδέλα που της χάρισε  η νόνα μας. Πήρα την ξύλινη χτένα και χτένισα τα μακριά μεταξένια της μαλλιά. Έπειτα της έπλεξα μία μακριά πλεξούδα μέχρι τη μέση και έβαλα στο πλέξιμο και την μεταξωτή κορδέλα. Είναι όμορφη, πολύ όμορφη. Μερικές φορές τη ζηλεύω. Όταν της έδωσα τον καθρέφτη για να κοιταχτεί χαμογέλασε ευχαριστημένη. « Τι όμορφη που είμαι» είπε στον εαυτό της και ξέχασε και το χαστούκι και όλα.

10 Μαϊου 1921

Σήμερα ακούσαμε κλάματα στη γειτονιά. Η μαμά έτρεξε έξω να μάθει τι έγινε. Όταν γύρισε ήταν κίτρινη σαν το λεμόνι. Μας έτρωγε η περιέργεια και όλο την ρωτούσαμε αλλά δεν μας είπε τίποτα. Μόνο έτρεξε στο πάνω πάτωμα και έβαλε μέσα σε ένα λουλουδάτο μικρό ζωνάρι τα κοσμήματα και τα χρυσαφικά της. Έπειτα έβαλε το ζωνάρι κάτω από το στρώμα. Παναγιά μου κάτι κακό θα συμβεί. Πάλι πονάει το στομάχι μου. Κι αυτός ο μπαμπάς πότε θα έρθει; Γιατί αργεί; Μήπως έπαθε τίποτα;

15 Μαΐου 1921

Ο μπαμπάς έχει εξαφανιστεί. Έχουμε μέρες να τον δούμε. Ο Κερίμ ήρθε ένα βράδυ κρυφά και μας είπε πως είναι καλά και να περιμένουμε νέα του. Η μαμά δεν κοιμάται τα βράδια. Στο λιμάνι υπάρχουν αμερικάνικα πολεμικά πλοία και όλοι οι Έλληνες πιστεύουν πως θα μας βοηθήσουν να σωθούμε από τα σπαθιά του Τοπάλ Οσμάν και της ομάδας του. Η αδερφή μου έμαθε από φίλες της πως αυτός ο κακός άνθρωπος έκαψε μερικά χωριά έξω από την Σαμψούντα και σκότωσε με φριχτό τρόπο πολλούς Έλληνες και Ελληνίδες.   «θα έρθει και η σειρά μας» λέει η αδερφή μου με ένα ύφος παγωμένο στο βλέμμα. «Αν δεν σκοτώσει όλους τους Έλληνες του Πόντου, δεν θα ησυχάσει. Ίσως να έχει σκοτώσει και τον πατέρα μας».

5 Ιουνίου

Φυσάει ένας άγριος άνεμος. Το όμορφο σπίτι μας τραντάζει ολόκληρο. Έχουμε μέρες να βγούμε έξω. Όλοι οι Έλληνες της πόλης μένουν στα σπίτια τους. Ακούγονται ψίθυροι πως ο Κεμάλ Ατατούρκ κάνει κρυφές συνεννοήσεις μ’αυτόν τον Τοπάλ Οσμάν για να μας σφάξει όλους….Χτυπάνε την πόρτα. Μάννα! «Μην ανοίξετε!» μας λέει και δένει το ζωνάρι με τα χρυσαφικά στη μέση της πάνω από τη φούστα. Μας έδωσε και μας δύο παρόμοια ζωνάρια. «Φορέστε τα!». Έπειτα η πόρτα πέφτει και δέκα άντρες με μαχαίρες όρμησαν μέσα. Έψαξαν σε όλο το σπίτι για τον πατέρα μου. Έψαξαν και για τις λίρες μας. Αλλά αυτές ήταν καλά κρυμμένες κάτω από την σανίδα στο πάτωμα. Βρίζοντας και χειρονομώντας μας άρπαξαν και μας έσυραν έξω. «Παναγιά μου βοήθα μας!» είπε η μάννα και έκανε το σταυρό της.

6 Ιουνίου

Περπατάμε πέντε ώρες σε ένα άγνωστο και ξερό τόπο μαζί με εκατό άλλους Έλληνες. Κάνει ζέστη και δεν έχουμε πιει στάλα νερό. Μας είπαν πως πρέπει να πάμε σε μια απομακρυσμένη περιοχή που δεν έχω ξανακούσει. Μας είπαν πως θα μείνουμε εκεί. Για πάντα. Η αδερφή μου χλώμιασε. Θα χάσει όλα τα μεγαλεία της. Πάνε πια τα ακριβά φουστάνια και τα χρυσά δαχτυλίδια. Λυπάμαι που θα τα χάσει όλα αυτά. Πόσο λυπάμαι! Τα πόδια μου πονάνε από το περπάτημα. Λίγο νερό θέλω μόνο. Λίγο νερό. Η μαμά μου δίπλα περπατάει και δεν μιλάει. Είναι τόσο λυπημένη. Ποτέ δεν την έχω δει πιο λυπημένη. Την αγκαλιάζω. Με αγκαλιάζει. Και η δύο μαζί αγκαλιάζουμε την αδερφή μου. Και οι τρεις μαζί λέμε το πάτερ ημών. Οι Τούρκοι φρουροί μας εξοργίζονται, βρίζουν. Βλέπουμε τις κάνες των όπλων τους να σηκώνονται προς το μέρος μας. Έπειτα ακούμε τρεις πυροβολισμούς. Πρώτα έπεσε η μάννα, έπειτα η αδερφή μου και τελευταία εγώ.

7 Ιουνίου

Μας έσωσαν οι ζώνες με τα κοσμήματα της οικογένειας. Τρεις πυροβολισμοί στην κοιλιά. Τρεις πυροβολισμοί πάνω στα κοσμήματα της οικογένειας. Πέσαμε και οι τρεις τρομοκρατημένες και δεν ξανασηκωθήκαμε από φόβο. Παριστάναμε τις νεκρές για μισή ώρα. Έπειτα τους ακούσαμε να φεύγουν. Ανοίξαμε τα μάτια και δεν το πιστεύαμε πως ήμασταν ζωντανές. Χαϊδέψαμε τις πολύτιμες ζώνες μας κλαίγοντας. Ωραία και τώρα! Πήραμε τον ίδιο δρόμο προς τα πίσω. Μετά από δύο ώρες και λίγο πριν νυχτώσει ακούσαμε οπλές αλόγων. Κρυφτήκαμε πίσω από κάτι θάμνους. Ήταν ο μπαμπάς μαζί με τον Κερίμ. Μας έψαχναν. Μας βρήκαν.

8 Ιουνίου

Κρυβόμαστε σε ένα υπόγειο κοντά στο λιμάνι. Ανήκει σε έναν συγγενή του Κερίμ που μένει στην Κωνσταντινούπολη. Διακινδυνεύει τη ζωή του για εμάς. Μέσα σε όλη την τρέλα του μίσους υπάρχουν και άνθρωποι με ψυχή. «Ευχαριστώ Κερίμ», του είπε δακρυσμένος ο πατέρας λίγο πριν φύγει «Παρακάλεσε το θεό σου να μας συγχωρέσει» του είπε εκείνος με λυπημένο ύφος. Όλη μέρα ακούμε ποδοβολητά στο δρόμο, κλάματα και κραυγές. Ο μπαμπάς έχει κανονίσει να φύγουμε. Περιμένει μήνυμα από έναν φίλο του ψαρά. Είναι Ρώσος και έχει ένα σαπιοκάραβο. Μ’ αυτό θα ταξιδέψουμε.

9 Ιουνίου

Ο μπαμπάς μας μίλησε για τις αναγκαστικές πορείες που επιβάλλουν οι Τούρκοι στους Έλληνες. Σε μία τέτοια μας πήρανε και μας, αλλά η χάρις του θεού μας έσωσε. Η μαμά σταυροκοπιέται όλη μέρα και ευχαριστεί το θεό για τη βοήθεια. Ο μπαμπάς πάντως λέει πως οι πορείες αυτές δεν οδηγούν πουθενά αλλού από το θάνατο. Πώς χιλιάδες Έλληνες πεθαίνουν περπατώντας στην άνυδρη Ανατολία. Και όσοι μένουν πίσω σφάζονται από τον Τοπάλ Οσμάν και τους άντρες του. Και η μαμά σταυροκοπιέται και ευχαριστεί και πάλι το θεό που μας έσωσε.

11 Ιουνίου

Ακούσαμε ένα χτύπημα στην πόρτα. Και έπειτα μία χαμηλή φωνή να λέει κάτι λέξεις στον μπαμπά. Ο μπαμπάς μιλάει καλούτσικα τα ρώσικα. Ευτυχώς για εμάς. Ξεμαντάλωσε την πόρτα και άνοιξε. Μπήκε μέσα ένας κοντόχοντρος κατάξανθος άντρας με γαλάζια μάτια και μας έκανε νόημα να ετοιμαστούμε. Πήραμε τα λιγοστά αλλά πολύτιμα υπάρχοντά μας καθώς και τις λίρες μας. Μας τις έφερε ο Κερίμ από το σπίτι μας νωρίς το πρωί και ο πατέρας μου για να τον ευχαριστήσει του έδωσε μερικές. Έπειτα αγκαλιάστηκαν και αποχαιρετίστηκαν με δάκρυα στα μάτια. Έμοιαζαν με αδέρφια. Πόσο όμορφος θα ήταν ο κόσμος αν δεν υπήρχαν εθνικά μίση. Αυτό όμως είμαι πια σίγουρη πως είναι αδύνατο. Η αγκαλιά τους μου έφερε δάκρια στα μάτια. Αυτά έγιναν το πρωί και ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Και βγήκαμε έξω στη δροσερή νύχτα ακολουθώντας τον παράξενο Ρώσο φίλο του μπαμπά. Φτάσαμε στο καραβάκι του λίγο μετά τα μεσάνυχτα. «Σωθήκαμε», είπε ανακουφισμένη η μαμά όταν άκουσε τη μηχανή να μουγκρίζει. Εγώ και η αδερφή μου θέλαμε να ζητωκραυγάσουμε αλλά δεν το κάναμε. Ο φόβος στην καρδιά μας ήταν μεγάλος. Η χαρά μας όμως ήταν πολύ μεγαλύτερη!

12 Ιουνίου

Ετσατσοφώτσεν (Ξημέρωσε)Η μάνα μία γελάει μία κλαίει. Η αδερφή μου λέει πως τρελάθηκε. Αλλά δεν τρελάθηκε. Εγώ ξέρω! Γελάει που σωθήκαμε και κλαίει για ό,τι αγαπημένο άφησαμε πίσω. Αχ, κλαίει για την όμορφη Σαμψούντα, τη γλυκιά μας πατρίδα, το όμορφο σπίτι μας με την μεγάλη βεράντα, για τους γείτονες που πέρασε τη μισή της ζωή μαζί, για όλα. Και για να πω την αλήθεια κλαίω και εγώ. Κρυφά από την αδερφή μου που φαίνεται πως δεν την νοιάζει καθόλου. Που θέλει λέει να γνωρίσει τον κόσμο και αυτή είναι μία καλή ευκαιρία. Όμως την νύχτα την άκουσα να κλαίει κι αυτή. Με αναφιλητά. Και τα κύματα μας παίρνουν μακριά, σε μία άλλη ζωή, σε μία άλλη πραγματικότητα.

Οι επόμενες σελίδες στο ημερολόγιο ήταν βαμμένες από διαλυμένο μελάνι. Φαινόταν πως είχαν βραχεί και έτσι σβήστηκε η συνέχεια της ιστορίας αυτής της οικογένειας.

-         Τι κρίμα, είπε ο αδερφός μου και με κοίταξε με λυπημένα μάτια. Γιατί οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν τόσο κακοί; με ρώτησε και περίμενε απάντηση από εμένα λες και ήμουν κανένας σοφός.

-         Μακάρι να μπορούσα να σου απαντήσω. Είμαι μόνο 13 χρονών και δεν έχω ιδέα για το πώς λειτουργεί ο κόσμος των μεγάλων.

-         Όλες οι άλλες σελίδες είναι σβησμένες. Δεν θα μάθουμε ποτέ τι απέγιναν αυτοί οι άνθρωποι. Κοίτα Σοφία!

-         Τι πάλι;

-         Η τελευταία σελίδα διαβάζεται.

-         Ω! Ναι…

Δεκέμβριος 1925

Κρυώνω και νιώθω δυστυχισμένη. Η αδερφή μου, που έχει σήμερα τα γενέθλια της – γίνεται 23 χρονών- μου κρατάει το χέρι και προχωράμε μέσα στα σταροχώραφα του Κιλκίς. Είναι νύχτα και φοβάμαι. Από μακριά ακούγονται οι κραυγές των λύκων. Η αδερφή μου μου σφίγγει το χέρι για να με κάνει να νιώσω καλά. Από τότε που χάσαμε τους γονείς μας, κρατάμε σφιχτά η μία το χέρι της άλλης. Νοσταλγώ την πατρίδα μου, μου λείπουν οι γονείς μου. Οι γείτονές μας στο χωριό μας κοιτάζουν με δυσπιστία και δεν μας συμπαθούν. Νομίζαμε πως εδώ στην Ελλάδα δεν θα φοβόμασταν. Φοβόμαστε όμως. Και γι’ αυτό θα πρέπει να κρύψουμε το μικρό μας θησαυρό, τις λίρες μας. Σε καλό μέρος. Είναι το μέλλον μας, η ασφάλειά μας, η κληρονομιά μας. «Εδώ, θα τον κρύψουμε. Οπίσ’ α σον τρανόν πεύκον»

     Ναι, βεβαίως και ψάξαμε για τον θησαυρό πίσω από το τρανό πεύκο, αλλά εννοείται πως δεν βρήκαμε τίποτα. Βλέπετε στο χωριό μας υπάρχoυν πολλά τρανά πεύκα. Εμείς βέβαια διαλέξαμε το πιο τρανό –βρίσκεται δίπλα στην στέρνα του χωριού- αλλά όσο σκάβαμε το μόνο που βρίσκαμε ήταν παλιά σκουπίδια. Όταν η γιαγιά μου άκουσε για τα καμώματά μας δεν μας μάλωσε. Μόνο γέλασε και μας είπε πως ο πραγματικός θησαυρός ήταν το ημερολόγιο που είχαμε διαβάσει.

-         Γιατί γιαγιά;

-         Γιατί μέσα σ’ αυτό το μικρό τετράδιο υπάρχει η ιστορία της οικογένειάς μας, της φυλής μας, είπε με συγκινημένη φωνή.

Το ημερολόγιο που είχαμε διαβάσει ήταν το ημερολόγιο της προγιαγιάς μου. Ναι, πρέπει να συμφωνήσω με τη γλυκιά γιαγιά μου. Αυτός ήταν ο πραγματικός θησαυρός! Και τι σπουδαίος θησαυρός!