Αλλόκοτες χριστουγεννιάτικες ιστορίες

 

Αλλόκοτες χριστουγεννιάτικες ιστορίες

 

Το πνεύμα τον Χριστουγέννων και οι αλλόκοτες συναντήσεις του στο δάσος 

    Σε ένα δάσος υπήρχε ένα όμορφο απομονωμένο ξενοδοχείο, ασυνήθιστο που δεν το προτιμούσαν πολλοί επισκέπτες τα Χριστούγεννα. Αυτό το ξενοδοχείο διάλεξε ένα ζευγάρι για να δωρίσει στους γονείς του που ήταν μαλωμένοι μεταξύ τους ένα ταξίδι τα Χριστούγεννα. Το ζευγάρι πίστευε ότι οι γονείς τους εκεί στην ησυχία του δάσους και στην χαρά των Χριστουγέννων θα μπορούσαν να μονοιάσουν και αυτό ήταν καλό και για τις δυο οικογένειες.

    Η διαδρομή στο δάσος ήταν ήσυχη , το τοπίο μαγευτικό ενώ υπήρχαν και στοιχεία παραμυθιού τουλάχιστον έτσι φαινόταν στα δυο ηλικιωμένα ζευγάρια που μην ξέροντας ότι θα συναντηθούν ήταν μαγεμένα .Το χιόνι έπεφτε βουνό και παρότι είχαν ξεχάσει να βάλουν αλυσίδες δεν τους σταμάτησε αυτό και τελικά έφτασαν στον προορισμό τους. Το ξενοδοχείο ήταν κατάφωτο και στολισμένο. Στην είσοδο το πρώτο ζευγάρι ηλικιωμένων είδε ένα αυτοκίνητο που έμοιαζε με του άλλου ζευγαριού αλλά δεν έδωσε σημασία .Γρήγορα πήγαν να ξεκουραστούν όταν στο άλλο δωμάτιο άκουσαν φωνές και φασαρία , τότε πήγαν και τους χτύπησαν την πόρτα να τους πουν να κάνουν ησυχία αλλά όταν τους άνοιξαν όλοι βρέθηκαν σε μια δυσάρεστη έκπληξη που είχαν κανονίσει τα παιδιά τους. Αμέσως τα πήραν τηλέφωνο για να ζητήσουν εξηγήσεις λέγοντας τους ότι θα περάσουν μαύρα Χριστούγεννα. Τα παιδιά τους, τους είπαν να πάνε στα δωμάτια τους και να μην κάνουν τέτοιες κακές σκέψεις...Αυτοί όμως αποφάσισαν να πάνε μια βόλτα στο δάσος να το δουν και να ηρεμήσουν.

 

    Κάπου εκεί είχε κρυφτεί το πνεύμα των Χριστουγέννων για να κάνει τη νύχτα μαγική γεμάτη θαύματα. Ένα θαύμα περίμεναν και τα ηλικιωμένα ζευγάρια για να ξανά οι δουν την αγάπη..

Εδώ αρχίζει το παραμύθι ...

   Στο  ίδιο δάσος  έμενε και  η Κλάρα. Η Κλάρα, από τότε που έφυγε από τους γονείς της  περνούσε  τα Χριστούγεννα μόνη της. Την παραμονή των Χριστουγέννων όμως μία έκπληξη την περίμενε. Έπειτα από πολύ καιρό κάποιος της χτύπησε  την πόρτα. Ήταν  ο παλιός της φίλος, ο Καρυοθραύστης. Η Κλάρα τον κοίταγε κατάπληκτη και ταυτόχρονα πολύ ενθουσιασμένη. Δεν μπορούσε να τον αφήσει από την αγκαλιά της!

   Τον έβαλε να καθίσει σε μία αναπαυτική καρέκλα και ύστερα του σέρβιρε ζεστή σοκολάτα με μπισκότα.. Εκείνος της εξήγησε πως από τότε που έγινε άνθρωπος και χωρίστηκαν,  κάθε Χριστούγεννα ψάχνει να τη βρει. Φέτος την έψαχνε  περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Είχε φάει τον κόσμο  για να τη βρει και να που τελικά τα κατάφερε. Η Κλάρα ήταν συγκινημένη. Του πρότεινε να περάσουν τα Χριστούγεννα μαζί, είχε βαρεθεί να τα περνάει κάθε χρόνο μόνη της. Ο Καρυοθραύστης φυσικά δέχτηκε και άλλωστε αυτός ήταν ο σκοπός του.

    Καθόντουσαν λοιπόν κοντά στο τζάκι και έλεγαν για τις περιπέτειες που είχαν ζήσει μαζί.  Μιλούσαν και γελούσαν για ώρες. Όμως κάποια στιγμή ένιωσαν κουρασμένοι. Ο Καρυοθραύστης λίγο πριν κλείσει τα μάτια του ρώτησε την Κλάρα: «Δεν θα κοιμηθείς;» και εκείνη του απάντησε: «Θέλω να χαζέψω για λίγο ακόμα το χριστουγεννιάτικο δέντρο». Περνούσαν οι ώρες. Ο Καρυοθραύστης είχε αποκοιμηθεί. Η Κλάρα είχε κι αυτή αποκοιμηθεί.  Τότε,  βαθιά μέσα στην νύχτα, την επισκέφτηκε και κάποιος άλλος:  Το πνεύμα των Χριστουγέννων.  Κι ενώ εκείνη κοιμόταν  την μεταμόρφωσε σε μία ξύλινη κούκλα.

  Το επόμενο πρωί όταν άνοιξε τα μάτια της αισθάνθηκε κάπως παράξενα. Κοίταξε τα χέρια της και ένιωσε   κάπως διαφορετική. Κοίταξε τα χέρια της, τα πόδια της, έπιασε το κεφάλι της και διαπίστωσε πως είχε μεταμορφωθεί σε μία ξύλινη κούκλα. Άρχισε να κλαίει. Κοίταξε να δει τον Καρυοθραύστη, μα δεν ήταν στην καρέκλα του.  Είδε μόνο την κουβέρτα του. Δεν πέρασε όμως πολλή ώρα και  κι άκουσε κάτι να κινείται κοντά της. Ήταν ο Καρυοθραύστης. Τον είχε κι αυτόν μεταμορφώσει το χριστουγεννιάτικο πνεύμα. Τον είχε κάνει ξανά παιχνίδι. Στην αρχή και οι δύο είχαν απογοητευτεί. Όμως  δεν μπορούσαν να κάθονται όλη μέρα και να κλαίνε.

   Ήταν πλέον βράδυ κι έτσι όπως χάζευε η Κλάρα έξω από το παράθυρο είδε πολύχρωμα φώτα να αναβοσβήνουν. Έμοιαζαν με τα λαμπάκια του δέντρου της. Αφού τα έδειξε στον Καρυοθραύστη αποφάσισαν να πάνε να δουν τι είναι. Επειδή όμως ήταν μικροσκοπικοί, τα πράγματα θα ήταν λίγο δύσκολα. Περπατούσαν για ώρες. Βυθίζονταν στο χιόνι και  κάποια ζώα τους περνούσαν για τροφή. Καθώς περπατούσαν τα φώτα έρχονταν ολοένα και πιο κοντά τους. Επιτέλους μετά από πολύ κόπο έφτασαν. 

      Και τι ήταν αυτά τα φώτα τελικά; Ήταν ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο, με πάρα πολλά στολίδια, κορδέλες, γιρλάντες, πολύχρωμα λαμπάκια και στην κορυφή ένα υπέρλαμπρο αστέρι. Κανένας από τους δυο τους δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Και ειδικά στη μέση του πουθενά. Ξαφνικά είδαν να έρχονται προς το δέντρο δύο ηλικιωμένα ζευγάρια. Όλοι μαζί έκαναν έναν κύκλο γύρω  από το δέντρο. Η Κλάρα άρχισε να τραγουδάει ένα χριστουγεννιάτικο τραγούδι. Έπειτα την ακολούθησε και ο Καρυοθραύστης και τέλος τα ηλικιωμένα ζευγάρια. Τα ζώα του δάσους τους θαύμασαν και άρχισαν  να τραγουδάνε κι αυτά στον ίδιο ρυθμό. Μέσα σ’ αυτήν τη μαγική ατμόσφαιρα και εντελώς ξαφνικά ο Καρυοθραύστης και η Κλάρα ξαναέγιναν άνθρωποι. Ήταν όλοι πολύ ευτυχισμένοι. 

    Αυτά ήταν τα καλύτερα Χριστούγεννα για όλους. Τα ηλικιωμένα ζευγάρια έζησαν ένα όμορφο χριστουγεννιάτικο παραμύθι. Το πνεύμα των Χριστουγέννων  που πλανιόταν στο δάσος είχε κάνει το θαύμα του!            

Καραμπελιά Xαριτίνα B’2

      ΚρικομόροΕλένη B’2

 

 

Χριστούγεννα στα χιόνια

 

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα είναι συμπτωματική. 

     Ο πατέρας μου έχει την εμμονή να χαλάει τα χρήματά του σε χαζούς διαγωνισμούς που δεν πρόκειται ποτέ να κερδίσει. Κάθε Χριστούγεννα συμμετέχει σε διαγωνισμούς που δίνουν δώρο τριήμερα ταξίδια σε χιονοδρομικά κέντρα. Ενθουσιάζεται σαν μικρό παιδί,  ονειρεύεται νύχτες δίπλα στο τζάκι σε ορεινές τοποθεσίες και  πίστες  του σκι στολισμένες με λαμπιόνια. Κάθε φορά βέβαια  καταλήγει στην αγκαλιά της μαμάς μου που τον παρηγορεί για το χαμένο τριήμερο και για τα ακόμα πιο χαμένα λεφτά του. Είναι γιατί τα οικονομικά της οικογένειας είναι κάπως σφιχτά αυτόν τον καιρό. Τι σφιχτά δηλαδή, δεν περισσεύει τίποτα για εμάς –έχω να βγω μήνες για ψώνια- και η γκρίνια είναι η σπεσιαλιτέ στα δείπνα και τα πρωινά μας. Κι από καβγάδες άστα! 

     Φέτος ο πατέρας μου δεν κατέληξε στην αγκαλιά της μαμάς μου για παρηγοριά, γιατί… ναι όπως τ’ ακούς, κέρδισε σε μία λαχειοφόρο αγορά  1000 ευρώ. Το τριήμερο στο χιονοδρομικό κέντρο θα γινόταν στ’ αλήθεια. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη. Έτσι που τον έβλεπα με συγκινούσε. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως μόλις γίνω πλούσια – γιατί θα γίνω χωρίς αμφιβολία- θα τον τρελάνω στα ταξίδια. Και όχι ταξίδια στην Αράχωβα αλλά σε μέρη εξωτικά, μέχρι τον Βόρειο Πόλο θα τον στείλω. 

     Παραμονή Χριστουγέννων βρισκόμασταν σε ένα όμορφο σαλέ στον Παρνασσό και πίναμε ζεστά μπροστά στο πέτρινο τζάκι – ακριβώς όπως στα όνειρα του μπαμπά. Μύριζε έλατο και τσουρέκι. Η μικρή μου αδερφή γκρίνιαζε πως αντί να είμαστε έξω και να μαθαίνουμε πώς να κάνουμε σκι, καθόμασταν σαν τους γέρους και πίναμε τσάγια. Ο μεγάλος μου αδερφός από την άλλη δεν ξεκόλλαγε από το κινητό του –  Iphone παρακαλώ, τρίτο χέρι από το Μοναστηράκι. Η ταχύτητά του στο σερφ ήταν άξια προσοχής.  Αμφιβάλλω αν σήκωσε τα μάτια για να δει το πανέμορφα χιονισμένο τοπίο της απέναντι πλαγιάς έστω και μία φορά. Και βόμβα να έπεφτε δίπλα του δεν θα σήκωνε τα μάτια από την σοβαρή του δουλειά: την ανούσια σπατάλη του χρόνου του. Ο μπαμπάς μου τέλος προσπαθούσε επί δύο ώρες να πείσει τη μαμά μου να δοκιμάσει να ισορροπήσει πάνω σε πέδιλα του σκι. Εγώ πάλι σκεφτόμουν: Είμαστε μία πολύ ωραία ατμόσφαιρα. 

       Όταν τελικά ο μπαμπάς έπεισε τη μαμά να δοκιμάσει να κάνει σκι βγήκαμε όλοι  ενθουσιασμένοι έξω – εκτός από τον αδερφό μου που μονολογούσε: «Σκι, πφφ, τι σπατάλη χρόνου». Γέλασα και τον έσπρωξα προς τα παγοπέδιλα κάνοντάς τον να καταλάβει  πως δεν υπάρχει περίπτωση να μην δοκιμάσει. Χρειαζόμασταν οικογενειακές αναμνήσεις και αυτό ακριβώς θα κάναμε εκείνο το ωραίο απόγευμα. Ο δάσκαλός του σκι  ήταν ένας συμπαθητικός νεαρός με κατάμαυρο από τον χειμωνιάτικο ήλιο δέρμα που έκανε τόση πλάκα με τις ατσούμπαλες κινήσεις της μαμάς μου που ντρεπόμουν για λογαριασμό της. Εκείνη χασκογέλαγε με τα αστεία και έκανε φιλότιμες προσπάθειες να σταθεί όρθια. Και τα κατάφερε! Ναι, όπως τ’ ακούς. Τα κατάφερε. Και όχι μόνο τα κατάφερε αλλά αποδείχτηκε μεγάλο ταλέντο του σκι, αφού μετά από καμία ώρα έκανε μέχρι και σλάλομ. 

            Ο Πατέρας μου που ήταν πολύ καλός σκιέρ γιατί μεγάλωσε στο Μέτσοβο δεν έβλεπε την ώρα να ξεκινήσουμε και μας ενθάρρυνε όλους λέγοντας πως έχουμε πάρει τα γονίδιά του. Ξεκινήσαμε να κατεβαίνουμε μία εύκολη  πλαγιά. Ο αδερφός μου κατέβαινε σχετικά καλά, η μικρή μου αδερφή το ίδιο,  κι η μάνα μου, ναι,- όπως τ’ ακούς -παράβγαινε με τον μπαμπά μου κάνοντάς τον να χάνει τελείως την ψυχραιμία του. Και τότε συνέβη κάτι τραγικό. Βγήκαμε χωρίς να το καταλάβουμε από την πίστα και βρεθήκαμε  να τσουλάμε σε μία τόσο  απότομη πλαγιά που δεν θέλεις να ξέρεις. Δεν μπορώ να πω πόσο κράτησε αυτό.  Νόμιζα όμως ότι κράτησε χρόνια και γινόταν  τόσο επικίνδυνο που είδα την μικρή μου ζωή να περνάει  μπροστά από τα μάτια μου. Προσγειωθήκαμε  κακήν κακώς.  Αλλού πόδια, αλλού χέρια.  Ήμασταν μόνοι, λίγο πριν νυχτώσει, παραμονή Χριστουγέννων, σε ένα άγριο παγωμένο βουνό. Τώρα πόσο καλό μπορεί να είναι αυτό;  

            Ο αδερφός μου άρχισε να κατηγορεί τον μπαμπά, η μαμά του έλεγε να  κλείσει το στόμα του και να ανοίξει  το κινητό του – να μας φανεί και σε κάτι χρήσιμο του είπε- η μικρή μου αδερφή έκλαιγε υστερικά και εγώ έλεγα το πάτερ ημών μήπως και συγκινήσω το θεό και μας λυπηθεί.  Δεν τον συγκίνησα όμως. Το κινητό του αδερφού μου δεν είχε σήμα, η αδερφή μου συνέχισε να κλαίει υστερικά και να μου σπάει τα νεύρα και η μαμά μου, πιο ψύχραιμη από όλους άρχισε να φωνάζει «βοήθεια». Το ίδιο κάναμε κι εμείς. Δυστυχώς κανείς δεν μας άκουσε. Το κρύο γινόταν ανυπόφορο, το λιγοστό φως της μέρας έσβηνε και το πιο τραγικό από όλα, δεν είχε φεγγάρι. 

            Ήμασταν μέσα σε μία παγίδα θανάτου. Παγωμένη και φριχτά σκοτεινή. Νόμιζα ότι ονειρεύομαι. «Δεν μπορεί να μας συμβαίνει αυτό», έλεγα και άκουγα τα δόντια μου να χτυπάνε και ένιωθα τα χείλη μου να μουδιάζουν από το κρύο. Δεν υπήρχε καμία δυνατότητα να ανάψουμε φωτιά άρα καμιά ελπίδα να επιβιώσουμε. «Δεν έχω ζήσει τίποτα ακόμα» είπα στον μπαμπά μου με παράπονο. Ήρθε κοντά και με αγκάλιασε, μετά ήρθε η μαμά μου και μας αγκάλιασε και τους δύο, έπειτα και ο αδερφός μου και η μικρή μου αδερφή που χώθηκε ανάμεσα. Μείναμε έτσι αγκαλιασμένοι, όπως οι πιγκουίνοι για να παραμείνουμε ζεστοί. Και τότε έπεσε μία βροχή από συγνώμες. 

       Ο αδερφός μου σε μένα: Συγνώμη που δεν σου αφιερώνω χρόνο. Συγνώμη που όταν τσακώθηκες με την καλύτερή σου φίλη, πέρυσι το Πάσχα μωρέ, δεν σου συμπαραστάθηκα. Συγνώμη που δεν σου απαντάω όταν μου μιλάς. Αν γύριζα το χρόνο πίσω  θα άφηνα το κινητό στην άκρη και θα έκανα πράγματα μαζί σου. 

       Εγώ στον αδερφό μου: Συγνώμη που σε αποκάλεσα τόσες φορές ηλίθιο, συγνώμη που πέταξα το κινητό σου από το παράθυρο, συγνώμη που μία πρωτοχρονιά που είχαμε τσακωθεί έφτυσα μέσα στη σούπα σου… Αν γύριζα το χρόνο πίσω θα προσπαθούσα να σου δώσω να καταλάβεις ότι σε έχω ανάγκη. 

        Η μαμά μου και ο  μπαμπάς μου: Συγνώμη που σας πιέζαμε να πάρετε 19 στα αρχαία της και 20 στα μαθηματικά. Συγνώμη που σας αναγκάζουμε να μάθετε ταυτόχρονα 4 γλώσσες, συγνώμη που όταν παίρνετε 5 στα τεστ δεν δείχνουμε  καμία απολύτως κατανόηση, συγνώμη… 

      Και η μικρή μου αδερφή: Σαν πολλά συγνώμη δεν ζητήσαμε βρε παιδιά. 

      Και τότε ένα παράξενο φως μέσα στο απόλυτο σκοτάδι μας τύφλωσε. Σαν να άκουσα από μακριά μία όμορφη χριστουγεννιάτικη μελωδία. Σκέφτηκα ότι μάλλον πεθαίνω και βλέπω οράματα.

     «Τους βρήκαμε!» ακούστηκε μία δυνατή αντρική φωνή κάπου κοντά μας. Τελικά δεν ήταν ο θεός που μας καλούσε κοντά του,  αλλά οι διασώστες του χιονοδρομικού κέντρου που μας εντόπισαν. 

     Όμως… ακόμα και μέχρι σήμερα αναρωτιέμαι  τι ήταν αυτή η παράξενη χριστουγεννιάτικη μελωδία που ακούσαμε εκείνη την τρομερή νύχτα.

Κεχαγιά Σοφία Β2

   
Copyright © 2020 2ο Γυμνάσιο Παλαιού Φαλήρου. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.
Το Joomla! είναι Ελεύθερο Λογισμικό που διατίθεται σύμφωνα με τη Γενική Δημόσια Άδεια Χρήσης GNU.
© ALLROUNDER