Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία

Το χριστουγεννιάτικο στολίδι

 

Χριστούγεννα ήρθαν πάλι. Για ακόμη μία χρονιά η μαμά προβληματίζεται αν θα πρέπει να στολίσει το πλαστικό δέντρο ή ένα φυσικό. Για ακόμη μία χρονιά ή οικολογική της συνείδηση την κάνει να διαλέξει το πλαστικό.  Αυτό το δέντρο στολίζει  όλα τα χρόνια και  είναι φορτωμένο με αναμνήσεις των παιδιών της.

Κάθε στολίδι και μία ανάμνηση. Να, για παράδειγμα αυτό το πράσινο ξωτικό, με τη μακριά μύτη και τα πεταχτά μάγουλα.

 Το πράσινο ξωτικό ήταν το αγαπημένο χριστουγεννιάτικο στολίδι μου. Κάθε χρόνο που κατέβαζε τις κούτες ο μπαμπάς από το πατάρι, αυτό περίμενα να δω. Ήταν σε καλή κατάσταση; Μήπως είχε φθαρεί από το χρόνο; Μήπως είχε εξαφανιστεί - έτσι δεν κάνουν τα ξωτικά;  Όμως ήταν πάντα εκεί, και με περίμενε να το κρεμάσω στην καλύτερη θέση στο δέντρο. Μαλακό και εύπλαστο με περίμενε να του δώσω κίνηση και ρυθμό.  Μου θύμιζε  ιστορίες και  παραμύθια του σκοτεινού δάσους.

Όταν ήμουν μικρή, του έλεγα καλημέρα το πρωί, του άλλαζα θέσεις στο δέντρο, το έκρυβα, το έπαιζα, το κοίταζα και ταξίδευα μαζί του. Φέτος τα Χριστούγεννα το ξωτικό μου ζωντάνεψε. Ακούγεται παράλογο, αλλά δεν είναι. Είναι απόλυτα φυσιολογικό. Κάθε τι που αγαπάμε έχει  ζωή.  Ένα κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ κατέβηκε από το δέντρο κι άρχισε να χοροπηδάει χαρούμενο πάνω στο χαλί του σαλονιού μας. Και αν ρωτάτε που το ξέρω, σας λέω πως το είδα με τα μάτια μου.

Ήταν  Χριστούγεννα.  4 η ώρα το πρωί. Το σπίτι ήταν ήσυχο. Το ροχαλητό του μπαμπά έκανε την ησυχία στο σπίτι πιο έντονη.  Σηκώθηκα να πιω νερό.  Και τότε άκουσα γέλια. Παράξενα γέλια και μία λεπτή λεπτή φωνή να τραγουδάει το όνομά μου: Σοφία, Σοοοοφία, Σσσσσοφία.  Με κοροϊδεύει είπα, και κοίταξα προς το δέντρο. Το πράσινο αγαπημένο μου ξωτικό με κορόιδευε. «Σταμάτα, τώρα», του φώναξα νευρικά.. «Σσσσοφία….ΣοσοσοφίιιιιιΙΙΙΑ», συνέχισε εκείνο να τραγουδά, κι εγώ συνέχισα να πιστεύω  ότι αυτό που συμβαίνει είναι φυσιολογικό. Είναι φυσιολογικό τα στολίδια του δέντρου να χορεύουν πάνω στο χαλί του σαλονιού, όπως είναι φυσιολογικό το ροχαλητό του μπαμπά. «Αν δεν σταματήσεις να με κοροϊδεύεις, θα ξυπνήσω τον μπαμπά μου. Τον ακούς πώς ροχαλίζει; Πού να δεις και την όψη του», προσπάθησα να το τρομάξω. Εκείνο συνέχισε  να τραγουδάει με την τσιριχτή του φωνή το όνομά μου. Έκλεισα τα αυτιά μου να μην ακούω και την ίδια ώρα σκεφτόμουν: δεν γίνεται, δεν μπορεί! Το αγαπημένο μου χριστουγεννιάτικο στολίδι δεν με συμπαθεί και επιπλέον είναι και πολύ ενοχλητικό. Πήρα την χνουδωτή μου παντόφλα και την πέταξα πάνω του. Τινάχτηκε στον τοίχο και έπεσε κάτω. Τρομοκρατημένη πήγα κοντά. «Σκότωσα το αγαπημένο μου στολίδι», φώναξα με αγωνία. Η πρόταση ακούστηκε παράλογη, αλλά τα Χριστούγεννα τίποτα δεν ακούγεται παράλογο. Εδώ ο Άγιος Βασίλης σε ένα και μοναδικό βράδυ, διασχίζει τους αιθέρες του πλανήτη μοιράζοντας δώρα, που είναι φορτωμένα πάνω σε ένα έλκηθρο που το σέρνουν τάρανδοι με φωτεινές μύτες. Έτσι το να χορεύει ένα ξωτικό στο σαλόνι του σπιτιού μου ακούγεται πολύ λογικό. Και να το έχω σκοτώσει με μία χνουδωτή παντόφλα ακόμα πιο λογικό.

Λοιπόν, έτρεξα έντρομη κοντά του. Θα του έδινα το φιλί της ζωής. Θα του έκανα και μαλάξεις στο στήθος. Μου είχε μάθει η μαμά πώς. «Χα, χα, τι χαζή που είσαι» ακούστηκε ξαφνικά το γέλιο του και με μία πιρουέτα  εκσφενδονίστηκε και πάλι στο κλαδί του δέντρου.  Και άρχισε να μου διηγείται στιγμές από παλιά ξεχασμένα  Χριστούγεννα:

Εγώ κι η μαμά να λέμε χριστουγεννιάτικες ιστορίες κάτω από το δέντρο, τα δώρα για τον Στάθη και τη Γιαγιά Σοφία δίπλα στο τζάκι, χριστουγεννιάτικες στρωματσάδες, ο κόκορας στιφάδο στην γιορτινή πιατέλα,  μύτες γεμάτες άχνη, τα τσουρέκια της γιαγιάς από το χωριό, το γάλα και οι κουραμπιέδες κάτω στο δέντρο για τον Άγιο Βασίλη μπλα, μπλα, μπλα. Όλα τα θυμόταν.  Εκεί στο μισοσκόταδο  άκουγα ιστορίες  της ζωής μου από το αγαπημένο πράσινο ξωτικό μου….  Ή μήπως όλα ήταν στην φαντασία μου;

 

Κεχαγιά Σοφία, Α2

   
Copyright © 2020 2ο Γυμνάσιο Παλαιού Φαλήρου. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.
Το Joomla! είναι Ελεύθερο Λογισμικό που διατίθεται σύμφωνα με τη Γενική Δημόσια Άδεια Χρήσης GNU.
© ALLROUNDER